Ζητήστε
Ζητήστε περισσότερες πληροφορίες για την οργάνωση των διακοπών σας στην Ελλάδα!Περισσότερα

Σπήλαιο Ψυχρού


Tο σπήλαιο του Ψυχρού αποτελεί πολύ σημαντικό λατρευτικό χώρο της μινωικής Κρήτης. Αλλωστε η χρήση των σπηλαίων ως κέντρων λατρείας ήταν από τα βασικά χαρακτηριστικά των θρησκευτικών αντιλήψεων των αρχαίων Κρητών.

Η λατρεία αρχίζει μάλλον από την Πρωτομινωική περίοδο (2800-2300 π.Χ.) - αν και υπάρχουν στον προθάλαμο ίχνη παλαιότερης ανθρώπινης παρουσίας σ΄αυτό το σημείοτα κυριότερα όμως ευρήματα είναι της Μεσομινωικής περιόδου (1800 π.Χ.) και μεταγενέστερα, διότι η διάρκεια χρήσης του είναι μακραίωνη.

Συνεχίζεται αδιάκοπα ως την Γεωμετρική (8ος αι.π.Χ.) και Ανατολίζουσα -Αρχαϊκή εποχή (7ος - 6ος αιώνας π.Χ.). Από τα ευρήματα φαίνεται ότι το σπήλαιο είχε επισκέπτες και κατά τη Ρωμαϊκή ακόμη περίοδο. Οι πιστοί αφιέρωναν πολλά αναθήματα, όπως ειδώλια πιστών, θεών, ζώων, διπλούς πελέκεις, όπλα κλπ.

Οι ανασκαφείς και αρκετοί μελετητές ταυτίζουν το σπήλαιο Ψυχρού με το γνωστό Δικταίον Αντρον, όπου, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, γεννήθηκε και ανατράφηκε ο Δίας με την βοήθεια της Αμάλθειας και των Κουρητών και το οποίο συνδέθηκε με ιστορίες όπως του μάντη Επιμενίδη που "κοιμήθηκε" εδώ ή με την ένωση Δία - Ευρώπης.

Στις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα κάτοικοι της περιοχής βρήκαν στο σπήλαιο αρχαιολογικά ευρήματα. Αυτά παρακίνησαν τον αρχαιολόγο Ιωσήφ Χατζηδάκη να το επισκεφτεί μαζί με τον Ιταλό F. Halbherr το 1886 και να διεξάγουν πρόχειρη ανασκαφική έρευνα.

Ανάλογες έρευνες έκαναν ο A. Evans, το 1897, ο J. Demargne και το 1899 ο G. Hogarth. Συστηματικές έρευνες δεν έχουν γίνει μέχρι σήμερα. Το σύνολο σχεδόν των ευρημάτων που προέκυψαν από λαθρανασκαφές και επίσημες ανασκαφές δημοσίευσε ο J. Boardman το 1961. Τα πολυάριθμα αναθήματα που αποκαλύφθηκαν είναι σήμερα μοιρασμένα ανάμεσα στο Μουσείο Ηρακλείου και το Ashmolean Museum της Οξφόρδης.

Σε υψόμετρο 1.025μ., ένα ανηφορικό μονοπάτι οδηγεί σε ένα πλάτωμα, μπροστά στη στενή είσοδο του σπηλαίου. Δεξιά υπάρχει ένας προθάλαμος ( 42Χ19μ.), στον οποίο υπήρχε βωμός ορθογώνιος ύψους 1μ., κτισμένος, με αργολιθοδομή.

Σ΄αυτό το χώρο αποκαλύφθηκαν επίσης νεολιθικά όστρακα, πρωτομινωικές ταφές (2800-2200 π.Χ.) και αναθήματα της μεσομινωικής εποχής (2200-1550 π.Χ). Στο βορειότερο τμήμα του προθαλάμου αναπτύσσεται χαμηλός θάλαμος. Σ΄ αυτόν βρέθηκε ένας ακανόνιστος περίβολος με δάπεδο λιθόστρωτο σε ορισμένα μέρη, που σχημάτιζε ένα είδος τεμένους.

Η μεγάλη αίθουσα (84Χ38μ.) είναι κατωφερής και στο βάθος αριστερά διανοίγεται μικρός θάλαμος, μία εσοχή του οποίου επιδεικνύεται ως το "λίκνον" του Δία. Δεξιά αναπτύσσεται μεγαλύτερος θάλαμος (25Χ12μ.) που χωρίζεται σε δύο τμήματα, στο ένα από τα οποία υπάρχει μικρή λίμνη, ενώ στο άλλο υπάρχει ένας ιδιαίτερα εντυπωσιακός σταλακτίτης, "ο μανδύας του Διός". Στη μεγάλη αίθουσα είχαν αποτεθεί πάρα πολλά αναθήματα, κυρίως χάλκινα ειδώλια και ελάσματα ( 1 , 2 ), εγχειρίδια, αιχμές βελών και διπλοί πελέκεις.


Μονή Τοπλού


Ιστορική Μονή του 15ου αιώνα, κατέρρευσε από σεισμό το 1612 και ανοικοδομήθηκε με την οικονομική ενίσχυση των Βενετών. Κατεστράφη και ερημώθηκε από τους Τούρκους μετά την κατάκτηση της Κρήτης. Μετετράπη σε σταυροπηγιακή το 1704. Καθ΄ όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας λειτουργούσε στη Μονή σχολείο, ενώ μετά το 1870 ιδρύθηκε αλληλοδιδακτικό σχολείο.

Η Μονή είναι φρουριακή σταυροπηγιακή. Το κυρίως κτίσμα, 800 τ.μ., είναι τριώροφο και περιλαμβάνει κελλιά, ξενώνες, μαγειρεία, ηγουμενείο, αποθήκες. Το καθολικό είναι δίκλιτο, με το βόρειο κλίτος αφιερωμένο στη Θεοτόκο και το νότιο μεταγενέστερο κλίτος στον ΄Αγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Χαρακτηριστικό είναι το κωδωνοστάσιο της Μονής, που φέρει ανάγλυφα στέμματα και σταυρούς με επιγραφές, με χρονολογία 1558.

Οι εργασίες αναστήλωσης, στερέωσης και αποκατάστασης έχουν πραγματοποιηθεί από την 13η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

Λειτουργεί ως Μονή, ενώ παράλληλα υπάρχει χώρος ενδιαφέροντος Μουσείου.


Λατώ (Μιράμβελλο)


Ηταν μία από τις σημαντικότερες πόλεις-κράτη των Δωριέων στην Κρήτη, αν και προϋπήρχε μάλλον της "καθόδου των Δωριέων". Κτισμένη στο διάσελο δύο λόφων, σε σημείο που της παρείχε προστασία από τυχόν επιδρομές αλλά και εποπτεία μιας μεγάλης περιοχής του κόλπου Μεραμβέλλου. Σε πινακίδες της γραμμικής Β γραφής ίσως αναφέρεται ως RA - TO.

Πήρε το όνομά της από τη Λητώ (δωρικός τύπος το Λατώ), την μητέρα του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος, αν και κυριότερη θεά της πόλης ήταν η Ειλείθυια, η οποία εικονιζόταν και στα νομίσματα. Από τη Λατώ καταγόταν ο ναύαρχος του Μ. Αλεξάνδρου, Νέαρχος.

Πριν από το τέλος του 3ου π.Χ. αιώνα οι Λάτιοι συμμετείχαν στο Κοινόν των πόλεων της Κρήτης και χρησιμοποιούσαν την κοινή νομοθεσία. Η Λατώ υπέγραψε πολλές συμμαχίες με τη Ρόδο, την Τέω και το βασιλιά Ευμένη της Περγάμου.

Με τη γειτονική πόλη του Ολούντα είχαν μακροχρόνιες διαμάχες για τον καθορισμό των μεταξύ τους ορίων. Επίνειό της ήταν η Λατώ προς Καμάρα (σημερινός ΄Αγιος Νικόλαος), η οποία στα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα αναπτύχθηκε τόσο ώστε να μεταφερθεί σ΄αυτήν το διοικητικό κέντρο και τελικά να εγκαταλειφθεί η Λατώ.

O ΄Αγγλος ναύαρχος Th. Spratt στο έργο του "Travels in Crete" του 1865 εντόπισε τα ερείπια της αρχαίας πόλης στο λόφο του Γουλά, ταύτισε όμως λανθασμένα τα ερείπια με τον Ολούντα ή την ΄Ολερο.

Τον χώρο επισκέφθηκαν οι αρχαιολόγοι F. Halbherr, L. Mariani και A. Taramelli που αναγνώρισαν στα ερείπια την αρχαία Λατώ. Το 1894-6 ο Α. Evans έκανε μικρής κλίμακας έρευνες στην περιοχή. Η συστηματική έρευνα αρχίζει το 1899-1901 από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή με τον J. Demargne και επαναλαμβάνεται το 1968 ως τη δεκαετία του 1970 από τους P. Ducrey, O. Picard και Β. Χατζημιχάλη.

Κουφονήσι ή Λεύκη


Πρόκειται για το νησί Λεύκη που αναφέρει ο Πλίνιος. Ειδικότερη αναφορά υπάρχει στην επιγραφή της "Διαιτησίας των Μαγνήτων", εντοιχισμένη στην πρόσοψη του καθολικού της Μονής Τοπλού, που αφορά στις οριακές προστριβές Ιτάνου-Ιεράπυτνας.

Επειδή, λοιπόν, η Λεύκη ήταν σημαντικός σταθμός αλιείας σπόγγων και κυρίως επεξεργασίας της πορφύρας (κοχύλια από τα οποία έπαιρναν τη γνωστή πολύτιμη και πανάκριβη βαθυκόκκινη κυρίως βαφή) και επειδή ακόμη η θέση της ήταν στρατηγικής σημασίας, κυρίως όσον αφορά στα προσορμιζόμενα στις νοτιοανατολικές ακτές πλοία, υπήρξε μήλο της έριδος μεταξύ των δύο πόλεων και τελικά δικαιώθηκε η ΄Ιτανος.

H κατοίκηση στο νησί ήταν συνεχής από τους Πρωτομινωικούς χρόνους (3000-2200 π.Χ.) έως τους Παλαιοχριστιανικούς και ερημώθηκε τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Οι ελάχιστες παρεμβάσεις (με καλλιέργειες κυρίως και κτηνοτροφία) παρέχουν τη δυνατότητα διατήρησης των αρχαιοτήτων διότι το νησί έμεινε ακατοίκητο, παρά την κάλυψη με άμμο του μεγαλύτερου τμήματος της επιφάνειάς του.

Πρώτος ο ΄Αγγλος ναύαρχος Th. Spratt στα μέσα του περασμένου αιώνα επισκέφθηκε το νησί και περιέγραψε λεπτομερώς ερείπια, των οποίων διαπίστωσε την ύπαρξη: ναό στα νότια με τεμάχια από μαρμάρινο άγαλμα, οικισμό στα βόρεια του νησιού και δεξαμενές νερού στο κέντρο του.

Το 1903 οι ΄Αγγλοι αρχαιολόγοι R. C. Bosanquet και ο Ct. Curelly έκαναν αυτοψία για να διαπιστώσουν όσα ανάφερε ο Spratt, ενώ στα 1971 ο Α. Leonard (Junior) έκανε μια προσεκτικότερη επιφανειακή έρευνα. Το 1976 άρχισε συστηματική ανασκαφή από τον Ν. Παπαδάκη της ΚΔ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων που συνεχίζεται ως σήμερα.


ΠΗΓΗ: Υπουργείο Πολιτισμού